Ο Κεμάλ, αφού κερδίζει την εμπιστοσύνη των στρατιωτικών στην Ανατολία, προσπαθεί να προσεταιριστεί τους δημοσίους υπαλλήλους, τους γαιοκτήμονες, τους αρχηγούς των φυλών, τους εμπόρους, τους ουλεμάδες και τους διάφορους σεΐχηδες των ισλαμικών αδελφοτήτων. Δηλαδή, απευθύνεται στους συντηρητικούς ανθρώπους της Ανατολίας. Και γι’ αυτό υιοθετεί μια πονηρή τακτική: ενδύεται το ένδυμα του πιστού μουσουλμάνου και κηρύσσει «ιερό πόλεμο». Με μια παράδοξη οικειοποίηση του Ισλάμ και των συμβόλων του από τον κοσμικό τουρκικό εθνικισμό, ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά θα κηρύξει «τζιχάντ κατά των απίστων» (Ελλήνων και Αρμενίων). Ειδικά μετά την πρώτη του νίκη κατά των ελληνικών στρατευμάτων στη μάχη του Σαγγάριου (Αύγουστος 1921) θα ανακηρύξει εαυτόν gazi (γαζή), δηλαδή ιερό πολεμιστή για τη διάδοση του Κορανίου.

Με τα Συνέδρια στο Ερζερούμ (10 Ιουλίου 1919) και τη Σεβάστεια (4 Σεπτεμβρίου 1919) εδραιώνει τη θέση του κινήματός του ως του δεύτερου πόλου εξουσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο πρώτος στόχος είναι η κατάπνιξη του αρμενικού κινήματος και η διάλυση της Αρμενικής Δημοκρατίας και αμέσως μετά η κατίσχυση επί των Ελλήνων. Στη Δύση εκείνη τη στιγμή τούς αντιμετωπίζουν ως τους παλιούς φιλογερμανούς και τους εν δυνάμει σφαγείς των μειονοτήτων. Ομως, ο τουρκικός εθνικισμός γίνεται και πάλι μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη στην Ανατολία, που προσπαθεί να βρει εξωτερικούς συμμάχους. Και σε πρώτη φάση οι σύμμαχοι αυτοί είναι το Ισλάμ και οι μπολσεβίκοι.

H αυτονόμηση του Μουσταφά Κεμάλ προκαλεί μεγάλο εκνευρισμό στην οθωμανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, η οποία τον ανακηρύσσει εχθρό της θρησκείας και του Θεού. Στα μάτια της σουλτανικής κυβέρνησης ο Μουσταφά Κεμάλ είναι ένας συνωμότης, ένας ληστής που πρέπει να τιμωρηθεί. Ο υπέρτατος νομομαθής των ιερών κειμένων, ο Σεΐχ-ουλ-Ισλάμ, αποκηρύσσει τον Κεμάλ και εκδίδει ένταλμα σύλληψής του.

Η άνοιξη του 1920 σημαδεύεται από τις σκληρές συγκρούσεις μεταξύ των οθωμανικών στρατευμάτων που είναι πιστές στον σουλτάνο και του εθνικιστικού στρατού του Μουσταφά Κεμάλ. Πολυάριθμα αντικεμαλικά κινήματα ξεσπούν στην Ανατολία και ο εμφύλιος επεκτείνεται. Ο Κεμάλ επιλέγει τη μέθοδο της σκληρής και ανελέητης καταστολής κατά των αντικεμαλικών ανταρτών. Η κυβέρνησή του έχει δημιουργήσει τα έκτακτα δικαστήρια, που τα ονομάζει «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας», τα οποία δικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες. Η «Paul Dumont» γράφει: «Η χώρα καλύπτεται από αγχόνες». Στις αγχόνες αυτές θα καταλήξουν εκατοντάδες Αρμένιοι και Ελληνες του Πόντου με την κατηγορία των προσπαθειών αυτονόμησης.

Τελικά, ο Μουσταφά Κεμάλ θα υπερισχύσει των αντιπάλων του. Θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τις ενδοελληνικές αντιθέσεις, τον διχασμό και την ανορθολογική διαχείριση της μικρασιατικής πρόκλησης από τη μοναρχική Δεξιά (μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920) για να πετύχει τους στρατηγικούς του στόχους. Με τη νίκη του θα ολοκληρώσει τις γενοκτονίες και θα κάνει πράξη τα πιο τολμηρά όνειρα των Νεότουρκων, που είχαν αποφασίσει από το 1911 να εξαφανίσουν τις χριστιανικές κοινότητες και να δημιουργήσουν μια «καθαρή» Τουρκία.

Η ήττα και η μνήμη

Το τέλος της σύγκρουσης θα επέλθει τον Αύγουστο του 1922. Οι Ελληνες (και οι Αρμένιοι στο τέλος του 1920) θα συντριβούν στρατιωτικά, με την ευλογία σημαντικών χριστιανικών συμμαχικών κρατών (Ιταλία, Γαλλία), την αδιαφορία άλλων (Μεγ. Βρετανία, ΗΠΑ) και την αμέριστη συμπαράσταση της νεαρής Σοβιετικής Ενωσης.

Ενα μέρος των επιζώντων θα διατηρήσουν την ιστορική μνήμη και θα συγκροτήσουν διαδικασίες αναπαραγωγής της. Ετσι, οι Αρμένιοι ανακηρύσσουν την 24η Απριλίου ως Ημέρα Μνήμης για τη γενοκτονία που υπέστησαν. Στους Ελληνες πρόσφυγες -οι οποίοι θα εγκατασταθούν σε ένα ομοεθνές κράτος εχθρικό προς τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης- τα πράγματα θα είναι πιο σύνθετα. Αρχικά, οι προσφυγικές οργανώσεις θεσπίζουν τη 14η Σεπτεμβρίου -ημέρα πυρπόλησης της Σμύρνης- ως κοινή Ημέρα Μνήμης. Ομως, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 οι ποντιακές οργανώσεις θα αυτονομηθούν και θα διεκδικήσουν τη 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας μόνο στην περιοχή του Πόντου. Η επίσημη ανακήρυξη θα γίνει το 1994. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Βουλή των Ελλήνων θα θεσπίσει και άλλη μία Ημέρα Μνήμης: την 14η Σεπτεμβρίου για το σύνολο του ελληνικού δράματος στη Μικρά Ασία.

Αυτές οι Ημέρες Μνήμης δίνουν την ευκαιρία στους απογόνους των πληθυσμών που βίωσαν τη γενοκτονική πολιτική των Νεότουρκων και των κεμαλικών να στοχαστούν πάνω στην κοινή τους μοίρα και να αναδείξουν σε παγκόσμιο επίπεδο την πρώτη εφαρμογή της μεθόδου εξαφάνισης των ανεπιθύμητων μειονοτήτων, που στο Διεθνές Δίκαιο θα πάρει τη νομική ονομασία «γενοκτονία»…

Το κεμαλικό κίνημα που θα συγκροτηθεί στη συνέχεια είναι καθαρά αντιμειονοτικό και καθόλου «αντι-ιμπεριαλιστικό», όπως υποστηρίζουν αρκετοί. Ο Τούρκος κοινωνικός επιστήμων και προοδευτικός διανοούμενος Αττίλα Τουίγκαν γράφει στο κείμενό του «Γενοκτονία για τη “μητέρα-πατρίδα”» (συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Γενοκτονία στην Ανατολή. Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος», εκδ. «Ελευθεροτυπία», 2013): «…Ο ισχυρισμός ότι ο τουρκικός εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος δόθηκε κατά του ιμπεριαλισμού δεν θεμελιώνεται από πουθενά. Αντίθετα, όπως διαπιστώνει ο καθηγητής Τανέρ Ακτσάμ, ο απελευθερωτικός πόλεμος “δεν δόθηκε κατά των εισβολέων, αλλά κατά των μειονοτήτων”. Τα Σωματεία “Αμυνας-Δικαίου” (Mudafai Hukut), που υπήρξαν η ατμομηχανή του “εθνικού αγώνα”, ιδρύθηκαν καθαρά κατά της απειλής των Ρωμιών και των Αρμενίων. Στα πρώτα αυτά σωματεία, που ιδρύθηκαν μετά την ανακωχή του Μούδρου, τα τρία ήταν κατά των Αρμενίων και τα δύο κατά των Ρωμιών».

Ο τουρκικός εμφύλιος και η κεμαλική Τζιχάντ

Η πρώτη περίοδος της άφιξης του Μουσταφά Κεμάλ στη Ανατολία εξαντλείται στην προσπάθεια ελέγχου των διαφόρων οθωμανικών στρατιωτικών μονάδων. Για να αποφύγει την παρακολούθηση από τους Βρετανούς, μεταφέρει την έδρα του από τη Σαμψούντα στη Χάβζα, που βρίσκεται στο κέντρο της περιοχής όπου δρα το ελληνικό αντάρτικο κίνημα (Πόντιοι αντάρτες). Από εκεί προσπαθεί να κινητοποιήσει τους στρατιωτικούς, όπως και τους εθνικιστές, καλώντας τους να δημιουργήσουν παντού παράνομες οργανώσεις. Τον Ιούνιο οι Βρετανοί απαιτούν από την οθωμανική κυβέρνηση την ανάκλησή τους στην Κωνσταντινούπολη. Με παρόμοιο τρόπο ανησυχούν και οι Οθωμανοί για τη δράση του Κεμάλ, ο οποίος διευρύνει το χάσμα με την οθωμανική κυβέρνηση με μια εγκύκλιο που απευθύνει από την Αμάσεια σε όλους τους Τούρκους εθνικιστές, αναγγέλλοντας τη σύγκληση ενός εθνικού Συνεδρίου στη Σεβάστεια του Πόντου.

Στις 8 Ιουλίου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ κηρύσσει ανοιχτά την ανταρσία του, υποβάλλοντας την παραίτησή του και χλευάζοντας με τον τρόπο αυτό τον σουλτάνο και την οθωμανική κυβέρνηση. Οπως γράφει ο Αττίλα Τουίγκαν, επισημαίνοντας το γεγονός ότι η πράξη αυτή στρεφόταν πρωτίστως κατά των χριστιανικών μειονοτήτων, Ελλήνων και Αρμενίων: «Εξάλλου ο Μουσταφά Κεμάλ, τον Ιούλιο του 1919, όταν έστειλε την παραίτησή του από τη θέση του αξιωματικού στον σουλτάνο, τόνιζε ανοιχτά τα εξής: “Η στρατιωτική μου ιδιότητα άρχισε να γίνεται εμπόδιο στον εθνικό αγώνα που ξεκινήσαμε για να σώσουμε την ιερή πατρίδα και το έθνος από τη διάσπαση και να μη θυσιάσουμε την πατρίδα στις επιδιώξεις των Ελλήνων και των Αρμενίων”».

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά