Το «θεσµικό απυρόβλητο» του υπουργού κ. Σκέρτσου

Μια ανάρτηση του επί επτά συναπτά έτη εξωκοινοβουλευτικού υπουργού Ακη Σκέρτσου, σε σχέση µε τα ρουσφέτια και τους βουλευτές, στάθηκε αφορµή για να φύγει το καπάκι από την εσωκοµµατική χύτρα, µε αποτέλεσµα κανείς πλέον να µην µπορεί να προβλέψει το τέλος του συγκεκριµένου πολιτικού άνδρα. Προφανώς, ο ίδιος, χωρίς να υπολογίσει ότι τα πράγµατα έχουν µεταβληθεί, λειτούργησε όπως λειτουργούσε από το ’19 µέχρι και σήµερα, παραβλέποντας τη δυναµική που έχει αναπτύξει εντός του κυβερνώντος κόµµατος το «ρεύµα» των στελεχών, κοινοβουλευτικών και µη, που αντιτάσσονται πλέον στις πολιτικές αµπελοφιλοσοφίες του (θεωρητικού) υπουργού Επικρατείας. Τα όσα υποστήριξε αρχικώς ο πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος (και πρώην πρόεδρος της ΟΝΝΕ∆) Γιάννης Οικονόµου, όπως κι αυτά που είπε µετέπειτα (και οι δύο στο ραδιόφωνο των «Παραπολιτικών») ο πρώην υπουργός Μάκης Βορίδης είναι κάτι περισσότερο από ενδεικτικά του κλίµατος που επικρατεί στο εσωτερικό της Κ.Ο. Μάλιστα, ουδείς θα πρέπει να παραβλέπει ότι τα ως άνω δύο στελέχη συνυπήρξαν στο Μαξίµου µε τον κ. Σκέρτσο, άρα, εκ των πραγµάτων, αποκτά, όπως και να το κάνουµε, ακόµα µεγαλύτερη βαρύτητα η άποψή τους, δεδοµένου ότι έχουν βιώσει την πολιτική κοσµοθεώρηση του στενού πρωθυπουργικού συνεργάτη.

To λάθος

Το λάθος του Σκέρτσου, αλλά και όλων αυτών που χτίζουν καριέρα ως δήθεν τεχνοκράτες της πολιτικής, έχει να κάνει µε το γεγονός ότι, σε µια φάση που δοκιµάζονται οι αντοχές των βουλευτών, έκρινε σκόπιµο να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του για την αναδόµηση του πολιτικού συστήµατος, το νέο σύστηµα διακυβέρνησης και, φυσικά, αυτά τα ωραία που λένε όσοι δεν τόλµησαν ποτέ να κατέλθουν στον κόσµο για να διεκδικήσουν σταυρό προτίµησης. Προφανώς και κανείς δεν διαφωνεί στην αναγκαιότητα του εκσυγχρονισµού του πολιτικού συστήµατος. Είναι, όµως, τώρα η κατάλληλη στιγµή; Προφανώς και όχι, δεδοµένου ότι τόσο ο Μητσοτάκης όσο και η Ν.∆. ενδεχοµένως να βρίσκονται στην πιο δύσκολη φάση τους. Για να γίνω πιο συγκεκριµένος, χωρίς δεύτερη σκέψη, είναι λάθος, αν όχι ολέθριο, µεγάλο, τη στιγµή που 13 βουλευτές της Ν.∆. βρίσκονταν στο εισαγγελικό απόσπασµα, µε τη Βουλή να αποφασίζει την άρση της ασυλίας τους, ένας εκ των στενότερων συνεργατών του Κυριάκου Μητσοτάκη να προτάσσει ως πολιτικά ωφέλιµο να καταγγείλει το «πελατειακό κράτος» και κάθε παθογένεια που έχει δηµιουργήσει αυτό στη µεταπολιτευτική Ελλάδα. Και ακόµα µεγαλύτερο λάθος η συγκεκριµένη κριτική να προέρχεται από έναν υπουργό που δεν έχει επαρκή πολιτική νοµιµοποίηση, δεδοµένου ότι είναι εξωκοινοβουλευτικός, άρα εµµέσως στηρίζεται και από την όποια προστιθέµενη αξία δίνουν οι βουλευτές στην Παράταξη, δεδοµένου ότι ακόµη δεν έχει συντελεστεί η µεγάλη πολιτική µεταρρύθµιση που οραµατίζεται ο Σκέρτσος.

Ο τελικός κριτής

Με δεδοµένο, λοιπόν, ότι η ανάρτηση του υπουργού Επικρατείας δεν είχε καµία λογική, η µόνη εξήγηση που µπορεί να δώσει κανείς έχει να κάνει µε την αλαζονεία που παράγει η µακροχρόνια παραµονή στην υπουργική καρέκλα, και δη σε ανθρώπους που, όπως υποστήριξε και ο Μάκης Βορίδης, µη έχοντας επαφή µε τον απλό κόσµο, ανέξοδα διατυπώνουν τις απόψεις τους, µέσα από το γραφείο τους. Γιατί, όπως και να το κάνουµε, είναι άλλο να σε διορίζει ο πρωθυπουργός και εντελώς διαφορετικό σε κάθε σταθµό της πολιτικής σου διαδροµής να έχεις κατά νου ότι ο τελικός κριτής για το αν θα συνεχίσεις ή όχι είναι ο κυρίαρχος ελληνικός λαός.

Με τον υπουργό Επικρατείας ούτε είχα ούτε διεκδίκησα κάποια προνοµιακή σχέση τα χρόνια που βρίσκεται δίπλα στον πρωθυπουργό. Αυτή ακριβώς η απόσταση µου παρέχει τη δυνατότητα να τον κρίνω µε µεγαλύτερη άνεση, λαµβάνοντας σοβαρά υπ’ όψιν ότι ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που έχουν προσφέρει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Γι’ αυτό, χωρίς δεύτερη σκέψη, θεωρώ ότι η παραµονή του αποτελεί βαρίδι, αφού συσπειρώνει στο πρόσωπό του τη µήνιν της πλειονότητας των βουλευτών και των στελεχών της Ν.∆. Με τα όσα ακούµε και διαβάζουµε, αλλά κυρίως από το κλίµα που αποκοµίζει κανείς από το εσωτερικό της Ν.∆., δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς το µέλλον του Σκέρτσου. Αργά ή γρήγορα (κατά πάσα πιθανότητα, γρήγορα), θα αναδειχθεί ως ο σάκος του µποξ της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Και όχι αδίκως, δεδοµένου ότι είναι ένας άνθρωπος που, αγνοώντας το ανθεκτικό DNA της Μεγάλης Φιλελεύθερης Παράταξης, πίστεψε ότι µπορεί να υπάρξουν δύο «Νέες ∆ηµοκρατίες». Η παλιά και η νέα, των «Kyriakistas». Οπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις, λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο, που εν προκειµένω είναι οι βουλευτές - ναι, ακόµα και οι παθολογικά ρουσφετολόγοι, που πέφτουν στη µάχη του σταυρού προκειµένου η Ν.∆. να κερδίσει την αυτοδυναµία, ο Μητσοτάκης να γίνει πρωθυπουργός και ακολούθως ο Σκέρτσος να «διοριστεί» (και αυτή είναι η µόνη νοµιµοποίησή του έναντι της κοινωνίας) υπουργός.

∆υστυχώς για τον ίδιο, το γεγονός ότι βρέθηκε σε καθεστώς ατιµωρησίας σε κρίσιµες στιγµές της διακυβέρνησης Μητσοτάκη τού έδωσε την ψευδαίσθηση ότι βρίσκεται σε «θεσµικό και πολιτικό απυρόβλητο». Απολύτως λογικό, αφού, αν είχε κριθεί µε πολιτικούς όρους, θα είχε αποπεµφθεί από την κυβέρνηση, όταν αποφάσισε να ανέβει στα θεωρεία της Βουλής για να πανηγυρίσει την υπερψήφιση του νόµου για την ισότητα στον γάµο και έπειτα από λίγο να συνεχίσει το γλέντι (του), παρέα µε την τότε Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας και εκπροσώπους της κοινότητας των ΛΟΑΤΚΙ, σε ένα µπαρ της Αθήνας. Το ότι ο Μητσοτάκης τού έδωσε άφεση αµαρτιών δεν σηµαίνει ότι τον εξάγνισε από την οργή των βουλευτών και των οπαδών της Ν.∆. Η ατιµωρησία και η λογική του «θεσµικού απυρόβλητου» οδήγησαν τον Σκέρτσο και στη δήλωση ότι, αν δεν ήταν υπουργός, θα κατέβαινε µαζί µε την Καρυστιανού στην πλατεία, προκειµένου να διαδηλώσει για τα Τέµπη. 

Ανέξοδες τοποθετήσεις

Κακά τα ψέµατα, ουδείς έχει προσωπικό θέµα µε τον Σκέρτσο ούτε, φυσικά, και µε τους υπόλοιπους «Σκέρτσους» - και αναφέροµαι στην πολιτική θεώρηση των προσώπων. Απεναντίας, αυτό που έχει (πλέον) η πλειοψηφία των Νεοδηµοκρατών είναι οι ανέξοδες απόψεις, που πλέον τραυµατίζουν δοµικά την Παράταξη, εξοργίζοντας όσους δίνουν µάχες στα χαρακώµατα, προκειµένου να απολαµβάνουν την εξουσία τους οι «Σκέρτσοι» της κυβέρνησης. Το ακόµα, όµως, πιο εξοργιστικό για τους βουλευτές της Ν.∆. που κρατούν σταθερή την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι όταν αντιλαµβάνονται ότι η όποια άποψη Σκέρτσου εξακολουθεί και παραµένει ατιµώρητη από τον πρωθυπουργό, σε αντίθεση µε τη διαφορετική άποψη των κοινοβουλευτικών, που σχεδόν αυτόµατα έρχεται αντιµέτωπη µε την ενόχληση του αρχηγού της Ν.∆. και προέδρου της κυβέρνησης. Αυτό που ενοχλεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους κοινοβουλευτικούς είναι η αίσθηση της ατιµωρησίας του Σκέρτσου. Το γεγονός ότι µπορεί να πει και να γράψει οτιδήποτε, χωρίς να έχει καµία απολύτως συνέπεια.

Επειδή, όµως, καλώς ή κακώς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όποτε κι αν γίνουν εκλογές, θα δώσει τη µάχη της εκλογικής επικράτησης µε τους νυν βουλευτές, αυτούς που κάνουν ή δεν κάνουν ρουσφέτια, αυτούς που διεκδικούν κάτι παραπάνω για τον εαυτό τους σε επίπεδο αξιοποίησης, όχι µόνο δεν βοηθά στον στόχο η «θεσµική ασυλία» στον Σκέρτσο, αλλά, απεναντίας, ναρκοθετεί κάθε µεγάλο εκλογικό στόχο, εκτός από τη σταθερή νάρκη που βάζει στα ιδεολογικά θεµέλια της Ν.∆. η λογική της «ηθικής ασυλίας» που απολαµβάνει από την πλευρά του πρωθυπουργού ο Ακης Σκέρτσος. Αυτό, µάλιστα, που εξοργίζει από τον πρώτο υπουργό µέχρι το τελευταίο στέλεχος της κυβέρνησης είναι η διαπίστωση ότι το προνόµιο της ιδιότυπης «ηθικής ασυλίας» το απολαµβάνει ένας και µόνο, που δεν είναι άλλος από τον επί επτά συναπτά έτη υπουργό Επικρατείας.

Εν κατακλείδι, εκείνο που οφείλει να αντιληφθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ότι δεν ξύπνησαν σχεδόν ταυτόχρονα ένα πρωί πρώην υπουργοί, βουλευτές και δηµοσιογράφοι και αποφάσισαν να αποδυναµώσουν τον Ακη Σκέρτσο. Απεναντίας, αυτό που εξελίσσεται το προκάλεσε ο ίδιος ο υπουργός Επικρατείας, υποτιµώντας τη διαφορετικότητα της πολιτικής περίστασης. Πέραν τούτου, από την όλη ιστορία, εκείνο που φαίνεται πλέον, και είναι και αυτό που ενοχλεί, µε τα όσα γράφει είναι ότι εκπέµπει το µήνυµα πως οι βουλευτές υπάρχουν για να τον… υπηρετούν και όχι το αντίθετο, όπως επιτάσσει η πολιτική και, κυρίως, η θεσµική τάξη

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο Secret της εφημερίδας "Παραπολιτικά"