Αν ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1995, όταν η υγεία του είχε πλέον επιβαρυνθεί καθοριστικά και οι βιολογικές του δυνάµεις τον εγκατέλειπαν οριστικά, είχε επιλογή να δώσει τη σκυτάλη του χώρου της Αριστεράς - Κεντροαριστεράς που συγκρότησε και ηγεµόνευσε σε ένα νέο κίνηµα «κυβερνώσας Αριστεράς», θα το είχε κάνει. Γιατί σε µια τέτοια περίπτωση οι δοµηµένοι µηχανισµοί διαχείρισης της εξουσίας του ΠΑΣΟΚ θα συναντιούνταν και θα δηµιουργούσαν συµπαράταξη µε στελέχη και προσωπικότητες της ελευθεριακής-δηµοκρατικής Αριστεράς, στη βάση της λατινοαµερικανικής οπτικής περονισµού, που και ο Α. Παπανδρέου αγαπούσε και προέβαλλε, διατηρώντας τον έτερο πόλο διακυβέρνησης έναντι της δεξιάς-κεντροδεξιάς Νέας ∆ηµοκρατίας. Οµως τότε δεν υπήρχε έννοια «κυβερνώσας Αριστεράς» στο πολιτικό σύστηµα, ούτε φυσικά κάποιος επερχόµενος ηγέτης από τις νεότερες ηλικιακά γενιές, τύπου Αλέξη Τσίπρα.

Ετσι, την πολιτική κληρονοµιά του Α. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου, που έκλεινε τον κύκλο του, τη διαχειρίστηκαν και τη µετεξέλιξαν στη συνέχεια αυτές οι µειοψηφικές οµάδες εντός του ΠΑΣΟΚ, που ο ιδρυτής του κόµµατος αντιπαθούσε ολιστικά: οι θιασώτες των µοντέλων της γερµανικού τύπου Σοσιαλδηµοκρατίας, υπό την ηγεσία του Κ. Σηµίτη. Η ιστορία τράβηξε την πορεία της όπως τη γνωρίζουµε. Η έννοια του «πολιτικού Κέντρου» γιγαντώθηκε, µυθοποιήθηκε από αποτελεσµατικούς µηχανισµούς επιρροής της Ελλάδας -τους προβεβληµένους διανοούµενους της εγχώριας σύµπραξης επιχειρηµατικών, εκδοτικών και πολιτικών συµφερόντων- αλλά και τα «ρεύµατα» των κυρίαρχων από τότε µέχρι πρόσφατα ευρωπαϊκών ελίτ της γερµανικής ηγεµονίας. Ετσι, επιβλήθηκε ως επικρατούσα ιδεολογία και προϋπόθεση κυβερνητικής «κανονικότητας» η µηχανιστική βάση της στατιστικής και της τεχνοκρατίας.

Στα µέσα της επόµενης δεκαετίας, ένας επόµενος Παπανδρέου, ο Γιώργος, κατόρθωσε, υπό το πλέγµα πιέσεων παρασκηνίου και των αδιέξοδων πολιτικών συνθηκών, να πάρει το «δακτυλίδι» της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ από τον πρωθυπουργό-σύµβολο του εκσυγχρονισµού της κεντροαριστερής οπτικής, Κ. Σηµίτη. Το κλίµα της οµάδας Γ. Παπανδρέου κινείτο προς το πνεύµα του αµερικανικού ντετερµινισµού των ∆ηµοκρατικών για την προοπτική εξυγίανσης της Ελλάδας, που ολίσθαινε πλέον στη δηµοσιονοµική ασφυξία. Το 2009 ο Γ. Παπανδρέου βρέθηκε στην ηγεσία της χώρας και το ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση µε συγκλονιστικά υψηλό ποσοστό για τα δεδοµένα της εποχής, στις εκλογές. Αντίστοιχα, ο Αντ. Σαµαράς εκλέχθηκε στην ηγεσία της Ν.∆. και της Κεντροδεξιάς φέροντας «αρώµατα» από τον αµερικανικό ρεπουµπλικανισµό. Η επανεκκίνηση για την Ελλάδα µε διαφορετική δοµή πολιτικής δεν συνέβη ποτέ. Ο Γ. Παπανδρέου δεν πρόλαβε και ο Αντ. Σαµαράς προσκύνησε στον «κύκλο της Φρανκφούρτης» και στο διευθυντήριο επιρροής της γερµανικής Σοσιαλδηµοκρατίας, µε τη συµβολή και τη συµµετοχή του οποίου στη συνέχεια και µετά την κατάρρευση της χώρας βρέθηκε να ασκεί την πρωθυπουργία. Τα «greek statistics» των κυβερνήσεων Σηµίτη και Καραµανλή «οµολογήθηκαν», η χώρα δηµοσιονοµικά χρεοκόπησε εντός της ζώνης του ευρώ και συµφωνήθηκε η επιβολή µνηµονίων. Εν µέσω της περιόδου αυτής, µέσα σε µία τριετία αναπτύχθηκε η πολιτική παρουσία µιας Αριστεράς που υπό την ηγεσία του Αλ. Τσίπρα είχε ενάργεια και στρατηγική διεκδίκησης της διακυβέρνησης, κάτι που συνέβη το 2015 σε κυβέρνηση συνασπισµού, αλλά όχι µε το ΠΑΣΟΚ ή το Ποτάµι. Με τον τρόπο αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ αποξενώθηκε και βρέθηκε σε ανταγωνισµό µε την ολιγαρχική Κεντροαριστερά της συστηµικής τεχνοκρατίας και της µεταπολιτικής ιδεολογίας του ύστερου ΠΑΣΟΚ.

Η κεντροδεξιά Νέα ∆ηµοκρατία πέρασε στη νεωτερική της φάση µετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία, από το 2016, αποκτώντας προνόµιο αρχικά στις δηµοσκοπήσεις, στη συνέχεια στον κοινωνικό συσχετισµό και τελικά από το 2019 στη διακυβέρνηση της χώρας. Η «κυβερνώσα Αριστερά», ευρισκόµενη στην αντιπολίτευση, υπέκυψε στα «προπατορικά αµαρτήµατα» της φλύαρης και αντιπαραγωγικής εσωστρέφειας, των ηγεµονισµών, του φραξιονισµού και των πολλαπλών διασπάσεων. Την Τρίτη 26 Μαΐου ο Αλ. Τσίπρας ίδρυσε ένα νέο κόµµα, αστικού τύπου και όχι συνιστωσών πλέον, που διεκδικεί την ανάδειξη έτερου πόλου κυβερνητισµού έναντι της Κεντροδεξιάς, αποκαθιστώντας συνθήκες σταθεροποιητικού για τον κοινοβουλευτισµό και την πολιτική τάξη στην Ελλάδα δικοµµατισµού.

Είναι πολύ ενδιαφέρον αν στους επόµενους µήνες µέχρι τις εκλογές η οικογένεια, τα στελέχη, οι υποστηρικτές της πολιτικής «παρακαταθήκης» του Α. Παπανδρέου θα προσµετρηθούν στην ευκαιρία της Αριστερής Συµπαράταξης ή θα µείνουν πλήρωµα και «λοστρόµοι» του κοµµατικού οργανισµού «περιορισµένης ευθύνης» υπό τον Ν. Ανδρουλάκη, που θα συνεχίσει να βουλιάζει.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"