Η ευθύνη των κ.κ. Μητσοτάκη, Σαµαρά και Καραµανλή να… συναντηθούν
Άρθρο γνώμης
Η Νέα ∆ηµοκρατία στην παρούσα φάση έχει αφενός να αναµετρηθεί µε τα προβλήµατα στην καθηµερινότητα των πολιτών και αφετέρου µε την ιστορία της
Ο ρόλος της Νέας ∆ηµοκρατίας στην παρούσα φάση της ιστορίας δεν είναι αµιγώς εκλογικός. Είναι περισσότερο πολιτικός και πολιτειακός. Ως µοναδική, αξιόπιστη και µε εχέγγυα στο πεδίο δύναµη διακυβέρνησης καλείται όχι µόνον να προκύψει ως επικρατούσα στις επερχόµενες κάλπες, αλλά προπάντων ισχυρή ως προς την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ενωµένη ως προς τις συγκλίνουσες δυνάµεις, πολιτικές απόψεις και προσεγγίσεις που τη συγκροτούν. Τα κόµµατα της αντιπολίτευσης, ακόµη και τα νέα ως προς την ανακοίνωσή τους, θα επιχειρήσουν να αποτελέσουν σχήµα σε επίπεδο προσώπων και προγραµµατικής συνοχής ώστε στις εκλογές που έρχονται να εµφανισθούν όσο το δυνατόν πιο πειστικά και αξιόλογα στη διεκδίκηση αρνητικής ψήφου απέναντι στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη και Νέας ∆ηµοκρατίας και θετικής ως προς τη δυνατότητά τους να έχουν µια ισχυρή παρουσία στο Κοινοβούλιο και τον δηµόσιο διάλογο στη χώρα την επόµενη τετραετία.
Η ατµόσφαιρα αυτή δεν αφορά κυριαρχικά την κυβερνώσα Νέα ∆ηµοκρατία. Αυτή και συγκρότηση έχει ως πολιτικός οργανισµός και ισχυρή είναι ως δύναµη διακυβέρνησης ύστερα από επτά χρόνια, όπως διαφαίνεται από τις δηµοσκοπήσεις, τόσο ως προς την επιρροή της όσο και σε σχέση µε την καταλληλόλητα του ηγέτη της ως πρωθυπουργού της χώρας. Η Νέα ∆ηµοκρατία στην παρούσα φάση έχει αφενός να αναµετρηθεί µε τα προβλήµατα στην καθηµερινότητα των πολιτών και αφετέρου µε την ιστορία της. Που σηµαίνει µε τις σχέσεις του Μεγάρου Μαξίµου αλλά και τις διαφοροποιήσεις θέσεων και στρατηγικής µε τους δύο πρώην πρωθυπουργούς και προέδρους της σε προηγούµενες δεκαετίες κ.κ. Σαµαρά και Καραµανλή. Στο ιστορικό αυτό κόµµα της µεταπολίτευσης το κλίµα στις σχέσεις µεταξύ ηγετικών προσώπων, η συχνότητα των επαφών τους αλλά και κάποιο σχετικά αδιόρατο «πρωτόκολλο» πάντα έπαιζαν ζωτικό ρόλο στην πορεία του. Στη σηµερινή συγκυρία η κρίσιµη καµπή είναι οι σχέσεις, όπως έχουν διαµορφωθεί µεταξύ τριών προσωπικοτήτων: Του εν ενεργεία πρωθυπουργού από το 2019 κ. Μητσοτάκη και των πρώην πρωθυπουργών κ. Σαµαρά και κ. Καραµανλή. Ο πρώτος παραµένει κοινοβουλευτικός έχοντας διαγραφεί από το κόµµα και δείχνει νευρικότητα ως προς την ανάγκη συγκρότησης πολιτικού φορέα, πέραν της Νέας ∆ηµοκρατίας, προκειµένου να συµµετάσχει στις επερχόµενες εκλογές. Ο δεύτερος δεν έχει συµµετάσχει ούτε στις προηγούµενες εκλογές, δεν ενεργοποιείται δηλαδή πλέον εθελούσια στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αλλά και όλη η ιδρυτική πολιτική οικογένεια Καραµανλή εκ της συγκυρίας δεν προβλέπεται να εκπροσωπείται στο επόµενο Κοινοβούλιο.
Ο κ. Σαµαράς διαφοροποιείται στην παρούσα πολιτική του κόµµατος σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι η woke ατζέντα, µε αιχµή τη νοµιµοποίηση του γάµου των οµοφύλων και το έτερο τη στρατηγική των «ήρεµων νερών» µε την Τουρκία όπως αυτή διατυπώθηκε από τις ελληνικές παραδοχές στη ∆ιακήρυξη των Αθηνών. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αφορούν το παρόν της πολιτικής, όπως χαράσσεται από τον πρωθυπουργό και τους αρµοδίους υπουργούς της κυβέρνησής του. Ο κ. Καραµανλής συµπίπτει µε τον κ. Σαµαρά ως προς τις ανησυχίες για την επιθετικότητα της Τουρκίας. Επίσης και αυτό παραµένει αξιοσηµείωτο και ως προς τη διάρθρωση της στρατηγικής στη διεθνή πολιτική της χώρας. Θα προτιµούσε πιο ισόρροπες σχέσεις µε την Κίνα και τη Ρωσία έναντι των ΗΠΑ, Ισραήλ στο γεωπολιτικό επίπεδο. αλλά και της Ευρώπης στο µέτωπο της Ουκρανίας.
Πέραν αυτών βέβαια κρύβονται πικρίες σε προσωπικό επίπεδο που δεν µπορούν όµως να αποκτήσουν τον χαρακτήρα της «ψυχής της παράταξής» που συνδέεται µε τις επιτυχίες του παρόντος και όχι µε τις αναµνήσεις του παρελθόντος. Η Νέα ∆ηµοκρατία θα πρέπει να διεκδικήσει την αυτοδυναµία στις εκλογές µε όλο το εύρος και την ιστορικότητα της πολιτικής της παράδοσης και παρουσίας, µε µοναδικό στόχο να προετοιµάσει σε τελικό στάδιο τη χώρα για την εικοσαετία 2030-2050.
Η πρωτοβουλία για την άρση αυτής της παράλογης πολιτικής «παρεξήγησης» δεν µπορεί παρά να ανήκει στον πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη και να είναι άµεση. Χωρίς διαµεσολαβητές. Απλώς σηκώνει το τηλέφωνο. Η ενότητα αλλά και η σύνθεση των αντιθέσεων ενδεχοµένως θα µπορούσε να «χαρτογραφηθεί» στο υπό συγκρότηση ψηφοδέλτιο Επικρατείας του κόµµατος. Η Νέα ∆ηµοκρατία δεν είναι Αριστερά. Ιστορικά δεν διασπάται αλλά συντάσσεται ενώπιοντης ευθύνης του πολιτειακού της καθήκοντος.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή.
Η ατµόσφαιρα αυτή δεν αφορά κυριαρχικά την κυβερνώσα Νέα ∆ηµοκρατία. Αυτή και συγκρότηση έχει ως πολιτικός οργανισµός και ισχυρή είναι ως δύναµη διακυβέρνησης ύστερα από επτά χρόνια, όπως διαφαίνεται από τις δηµοσκοπήσεις, τόσο ως προς την επιρροή της όσο και σε σχέση µε την καταλληλόλητα του ηγέτη της ως πρωθυπουργού της χώρας. Η Νέα ∆ηµοκρατία στην παρούσα φάση έχει αφενός να αναµετρηθεί µε τα προβλήµατα στην καθηµερινότητα των πολιτών και αφετέρου µε την ιστορία της. Που σηµαίνει µε τις σχέσεις του Μεγάρου Μαξίµου αλλά και τις διαφοροποιήσεις θέσεων και στρατηγικής µε τους δύο πρώην πρωθυπουργούς και προέδρους της σε προηγούµενες δεκαετίες κ.κ. Σαµαρά και Καραµανλή. Στο ιστορικό αυτό κόµµα της µεταπολίτευσης το κλίµα στις σχέσεις µεταξύ ηγετικών προσώπων, η συχνότητα των επαφών τους αλλά και κάποιο σχετικά αδιόρατο «πρωτόκολλο» πάντα έπαιζαν ζωτικό ρόλο στην πορεία του. Στη σηµερινή συγκυρία η κρίσιµη καµπή είναι οι σχέσεις, όπως έχουν διαµορφωθεί µεταξύ τριών προσωπικοτήτων: Του εν ενεργεία πρωθυπουργού από το 2019 κ. Μητσοτάκη και των πρώην πρωθυπουργών κ. Σαµαρά και κ. Καραµανλή. Ο πρώτος παραµένει κοινοβουλευτικός έχοντας διαγραφεί από το κόµµα και δείχνει νευρικότητα ως προς την ανάγκη συγκρότησης πολιτικού φορέα, πέραν της Νέας ∆ηµοκρατίας, προκειµένου να συµµετάσχει στις επερχόµενες εκλογές. Ο δεύτερος δεν έχει συµµετάσχει ούτε στις προηγούµενες εκλογές, δεν ενεργοποιείται δηλαδή πλέον εθελούσια στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αλλά και όλη η ιδρυτική πολιτική οικογένεια Καραµανλή εκ της συγκυρίας δεν προβλέπεται να εκπροσωπείται στο επόµενο Κοινοβούλιο.
Ο κ. Σαµαράς διαφοροποιείται στην παρούσα πολιτική του κόµµατος σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι η woke ατζέντα, µε αιχµή τη νοµιµοποίηση του γάµου των οµοφύλων και το έτερο τη στρατηγική των «ήρεµων νερών» µε την Τουρκία όπως αυτή διατυπώθηκε από τις ελληνικές παραδοχές στη ∆ιακήρυξη των Αθηνών. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αφορούν το παρόν της πολιτικής, όπως χαράσσεται από τον πρωθυπουργό και τους αρµοδίους υπουργούς της κυβέρνησής του. Ο κ. Καραµανλής συµπίπτει µε τον κ. Σαµαρά ως προς τις ανησυχίες για την επιθετικότητα της Τουρκίας. Επίσης και αυτό παραµένει αξιοσηµείωτο και ως προς τη διάρθρωση της στρατηγικής στη διεθνή πολιτική της χώρας. Θα προτιµούσε πιο ισόρροπες σχέσεις µε την Κίνα και τη Ρωσία έναντι των ΗΠΑ, Ισραήλ στο γεωπολιτικό επίπεδο. αλλά και της Ευρώπης στο µέτωπο της Ουκρανίας.
Πέραν αυτών βέβαια κρύβονται πικρίες σε προσωπικό επίπεδο που δεν µπορούν όµως να αποκτήσουν τον χαρακτήρα της «ψυχής της παράταξής» που συνδέεται µε τις επιτυχίες του παρόντος και όχι µε τις αναµνήσεις του παρελθόντος. Η Νέα ∆ηµοκρατία θα πρέπει να διεκδικήσει την αυτοδυναµία στις εκλογές µε όλο το εύρος και την ιστορικότητα της πολιτικής της παράδοσης και παρουσίας, µε µοναδικό στόχο να προετοιµάσει σε τελικό στάδιο τη χώρα για την εικοσαετία 2030-2050.
Η πρωτοβουλία για την άρση αυτής της παράλογης πολιτικής «παρεξήγησης» δεν µπορεί παρά να ανήκει στον πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη και να είναι άµεση. Χωρίς διαµεσολαβητές. Απλώς σηκώνει το τηλέφωνο. Η ενότητα αλλά και η σύνθεση των αντιθέσεων ενδεχοµένως θα µπορούσε να «χαρτογραφηθεί» στο υπό συγκρότηση ψηφοδέλτιο Επικρατείας του κόµµατος. Η Νέα ∆ηµοκρατία δεν είναι Αριστερά. Ιστορικά δεν διασπάται αλλά συντάσσεται ενώπιοντης ευθύνης του πολιτειακού της καθήκοντος.
Η Ν∆ θα πρέπει να διεκδικήσει την αυτοδυναµία µε όλο το εύρος και την ιστορικότητα της πολιτικής της παράδοσης, µε στόχο να προετοιµάσει τη χώρα για την εικοσαετία 2030-2050.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή.
En