Σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, που το αυτονόητο θεωρείται επίτευγµα και η λογική αµηχανία, είναι φυσικό να καταγινόµαστε µε τα ελάσσονα και να αγνοούµε αυτά που πράγµατι αξίζει να ασχοληθεί κανείς µαζί τους. Χρησιµοποιώ τον πληθυντικό για να δώσω έµφαση στη συλλογική ευθύνη της κοινωνίας για την ενασχόλησή της µε τα µικρά. Όµως αυτή η συλλογικότητα δεν µειώνει την κυρίαρχη ευθύνη που ανήκει στην ίδια την Πολιτεία και τους εκπροσώπους της, αφού αυτοί είναι που δίνουν το παράδειγµα στον λαό.

Εκεί λοιπόν που ασχολούµαστε µε το αν θα δηµιουργηθούν νέα κόµµατα και ποια στελέχη θα έχουν, ή µε άλλου είδους πολιτικά ή «κοινωνικά» φληναφήµατα, έρχεται να ταράξει τη µακαριότητα όσων ακόµη δεν διαπράττουν ύβρι προς τον Θεό και χρησιµοποιούν το µυαλό που τους έδωσε το αποτέλεσµα µίας παγκόσµιας έρευνας για τους νέους. Και η έρευνα αυτή αναφέρεται κατ’ αρχάς στις αυτοκτονίες των νέων παιδιών παγκοσµίως και έρχεται να συµπληρώσει παλαιότερη που αναφερόταν στο ανησυχητικό φαινόµενο όχι απλώς του αλκοολισµού µεταξύ των νέων, αλλά και της εξάπλωσης των πάσης φύσεως ναρκωτικών ουσιών, µπροστά στις οποίες το κάπνισµα µοιάζει µε αβλαβές χόµπι. Και το είδαµε αυτό και στη χώρα µας µε το πρόσφατο συµβάν νεαρής κοπέλας που έχασε τη ζωή της από τα ναρκωτικά.

Αρχικώς να πούµε ότι το πού βέβαια µπορεί να οδηγήσει σε λίγα µόνο χρόνια τον νεαρό πότη αλκοόλ η «διασκεδαστική» αυτή συνήθειά του είναι κάτι που δεν χρειάζεται να έχει κανείς ιδιαίτερες ιατρικές γνώσεις για να το προβλέψει. Το κακό βεβαίως είναι ότι στη χώρα µας οι νέοι των 16 ετών βρίσκονται µεταξύ των πρώτων θέσεων στην Ευρώπη στην κατανάλωση οινοπνεύµατος. Ακόµα πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία που αναφέρονται στη χρήση ναρκωτικών ουσιών από µαθητές στην Ελλάδα. Και κυρίως ότι οι δεκαεξάχρονοι, σε ένα ποσοστό που εγγίζει το 65%, θεωρούν πολύ εύκολο να βρουν ινδική κάνναβη! ∆ηλαδή είναι πολύ εύκολο να εξοικειωθούν µε το χασίς, το οποίο, παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις κάποιων προοδευτικών, αποτελεί το σκαλοπάτι προς τη σταδιακή εξοικείωση και µε τις σκληρές ναρκωτικές ουσίες. Όχι ότι αναγκαστικώς η κάνναβη ωθεί προς την κοκαΐνη και την ηρωίνη, αλλά προφανώς όταν κάποιος χρήστης βαρεθεί µε την ευφορία του «χόρτου», είναι φυσικό να διολισθήσει προς άλλες «εµπειρίες».

Τι σηµαίνουν όλα αυτά εκτός από τον µεγάλο κίνδυνο που έχει µπει και στο σπίτι µας. Ότι υπάρχει λόγος για να καταφύγει κάποιος νέος, σε τέτοια µάλιστα έκταση, σε τεχνητούς παραδείσους οι οποίοι στο πέρασµα του χρόνου αποδεικνύονται κόλαση. Ή µάλλον πολλοί λόγοι. Έλλειψη ενδιαφερόντων, απογοητεύσεις, ελλιπή κίνητρα για δηµιουργία, πενιχρά οράµατα που θα µπορούσαν να αποτελέσουν ανάχωµα στις εσωτερικές αυτές κατολισθήσεις που οδηγούν τον νέο στο να υποκαθιστά ιδανικά και ελπίδες µε το οινόπνευµα ή τη ναρκωτική ουσία. Τι άλλο άραγε µπορεί να σηµαίνει η ροπή για… εισπνεόµενους διαλύτες (!) παρά την έσχατη εξαθλίωση του νέου που αναζητεί διέξοδο για να φύγει από κάτι πνιγηρό, αφού κανένας δεν του ανοίγει το παράθυρο για να πάρει αέρα;

Σε µια κοινωνία που τα ιδανικά όλο και περιορίζονται τα τελευταία χρόνια και που οι πολιτικές ηγεσίες αδυνατούν να εµπνεύσουν οράµατα, διότι ο δικός τους ορίζοντας περιορίζεται σε µια απλή διαχείριση της εξουσίας και των προβληµάτων αυτού του τόπου, ο νέος αρκείται σε ένα επισφαλές και ρηχό carpe diem, θεωρώντας προφανώς ότι το αύριο δεν θα µπορεί να του προσφέρει κάτι παραπάνω από το µίζερο που ζει σήµερα. Με τέτοιες προοπτικές, σε τι να ελπίσει και πώς να µην παρασυρθεί σε τεχνητές ευφορίες, αφού την πραγµατική δεν µπορεί ή δεν θέλει κανένας να του την εξασφαλίσει; Ποιον άραγε ενήλικα ή νέο θα µπορούσε λ.χ. να εµπνεύσει και συνεγείρει ένας πολιτικός, αν θα του έλεγε ότι πρέπει να πάει να πολεµήσει για την πατρίδα του;

Μάλλον οι νέοι είναι στο έλεος των δικών τους ενστικτωδών εκτιµήσεων περί ζωής, χωρίς γι’ αυτούς να υπάρχει κανένα µεταφυσικό µυστήριο παρά µια πεζή πραγµατικότητα. Αυτή που διαµόρφωσαν στα χρόνια της Μεταπολίτευσης πολιτικοί που δεν κατόρθωσαν να εµπνεύσουν, ριάλιτι σόου που εξωθούν σε µια εύκολη ζωή χωρίς προσπάθεια, διεφθαρµένοι υπάλληλοι και µια εθισµένη στο εύκολο κέρδος κοινωνία.