Αν δεχθούµε ότι βρισκόµαστε στην αρχή ακόµα µίας µακράς, άτυπης προεκλογικής περιόδου, που αναµένεται να κρατήσει αρκετούς µήνες, τότε το ξεκίνηµα αυτό ήταν δυσοίωνο. Εν έτει 2026, εντείνεται σε βαθµό πρωτόγνωρο, σε παγκόσµια κλίµακα, ο ανταγωνισµός για την ανάδειξη και για την προσέλκυση ταλέντων. Στα πανεπιστήµια ως φοιτητές, στα ερευνητικά κέντρα και στα ινστιτούτα ως ερευνητές, στις επιχειρήσεις ως στελέχη ή εργαζόµενοι. Στη µετά-Brexit εποχή γίνεται «µάχη» από ολλανδικά, γερµανικά, γαλλικά και άλλα πανεπιστήµια για να κερδίσουν τους Ευρωπαίους φοιτητές που έδιωξε ουσιαστικά η Αγγλία.

Εντείνεται επίσης ο ανταγωνισµός για την προσέλκυση επενδύσεων και ξένων κεφαλαίων, µε µία σειρά από φορολογικά και άλλα κίνητρα να µπαίνουν στο τραπέζι. Είναι χαρακτηριστικό ότι µόλις επικράτησε µια πρώτη ανησυχία στο Ντουµπάι για τον πόλεµο στη Μέση Ανατολή, έσπευσαν από τη Σιγκαπούρη µέχρι το Μιλάνο να πείσουν τον ξένο πλούτο που είχε συγκεντρωθεί στα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα να «µεταναστεύσει». Εντείνεται κατά πολύ ο ανταγωνισµός για την καινοτοµία, τις εφευρέσεις, τις νέες πατέντες, την πρωτοπορία στο ΑΙ. Ποιος θα βρει νέες θεραπείες, καινούργια φάρµακα, ποιος θα φτιάξει προηγµένα εξοπλιστικά συστήµατα, ποιος θα δηµιουργήσει εφαρµογές µε βάση την Τεχνητή Νοηµοσύνη.

Στην ελληνική πολιτική αρένα, κανένα από αυτά τα αντικείµενα δεν είναι στο τραπέζι – προς το παρόν τουλάχιστον θέλουµε να πιστεύουµε. Η δηµιουργία πλούτου ελάχιστους φαίνεται να απασχολεί αυτήν τη στιγµή. Αντίθετα, πολλούς απασχολεί η φορολόγηση του πλούτου. Από πού ξεκινάνε; Από τον φόρο στα µερίσµατα. Πρόκειται για τη διανοµή των κερδών που πραγµατοποιεί η εταιρεία απέναντι στους µετόχους: Η αξίωση εξάλλου των µετόχων -µικρών και µεγάλων- για συµµετοχή στα κέρδη αποτελεί κίνητρο συµµετοχής στο µετοχικό κεφάλαιο µιας ανώνυµης εταιρείας και βρίσκεται στον πυρήνα του κεφαλαιουχικού της χαρακτήρα.

Τι έχει συµβεί όµως στην πραγµατικότητα τα τελευταία χρόνια; Στις αρχές Μαρτίου του 2019, η τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, µε πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα, µε τροπολογία του υπουργού Οικονοµικών, Ευκλείδη Τσακαλώτου, µείωσε από το 15% στο 10% τον συντελεστή µε τον οποίο φορολογούνται τα µερίσµατα καθώς και τον συντελεστή παρακράτησης φόρου στο εισόδηµα από µερίσµατα, «προκειµένου να µειωθεί η φορολογική επιβάρυνση των εν λόγω εισοδηµάτων, ως κίνητρο για τις επενδύσεις», όπως έγραφε η τροπολογία. Προέβλεπε µάλιστα µείωση εσόδων για τον κρατικό Προϋπολογισµό κατά 45.000.000 ευρώ από τη ρύθµιση αυτή. Τον ∆εκέµβριο του 2019, µε κυβέρνηση Νέας ∆ηµοκρατίας και πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ψηφίζεται το φορολογικό νοµοσχέδιο µε µία σειρά µειώσεις φορολογικών συντελεστών, µία από τις οποίες είναι ο φόρος στα µερίσµατα στο 5%, από το 10% που ήταν. Το νοµοσχέδιο προέβλεπε µείωση εσόδων για τον κρατικό Προϋπολογισµό κατά 75.000.000 ευρώ από τη ρύθµιση αυτή.

Και οι δύο προβλέψεις έπεσαν έξω! Με χαµηλότερο πλέον φορολογικό συντελεστή, αλλά και µε αυξηµένα κέρδη, πολλές εταιρείες επέλεξαν να διανείµουν τα κέρδη τους: Οι περισσότεροι εξάλλου ξεχνούν ότι οι εταιρείες έχουν την επιλογή να τα κρατήσουν για αποθεµατικό και να µην τα διανείµουν. Έτσι, από 1,73 δισ. ευρώ δηλωθέντα έσοδα από µερίσµατα το 2019, φτάσαµε στα 5,76 δισ. ευρώ το 2020! Ο φόρος που απέδωσαν στο κράτος ήταν 173.000.000 ευρώ το 2019 και ανέβηκε στα 288.000.000 το 2020, τη χρονιά µάλιστα που ξέσπασε η κρίση µε την πανδηµία του κορωνοϊού. Το 2024, τα δηλωθέντα έσοδα έφτασαν τα 7,71 δισ. ευρώ και ο φόρος που συνολικά αποδόθηκε στο κράτος ήταν 386.000.000 ευρώ. Μήπως όµως ήταν κάποιοι λίγοι «πλουτοκράτορες» που έβγαλαν αυτά τα κέρδη από µερίσµατα; Κάθε άλλο: Ο συνολικός τους αριθµός ήταν 472.640 φυσικά πρόσωπα.

Γιατί τότε επιµένουν κατά καιρούς και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΕΛΑΣ και άλλα κόµµατα στην αύξηση του φόρου στα µερίσµατα; Γιατί, κατά το κοινώς λεγόµενο, «πουλάει». Παράλληλα δε, εγείρει και τα κατώτερα ένστικτα: Μα να φορολογούµαι εγώ µε 9% (οι χαµηλόµισθοι) και να φορολογείται ο πλούσιος µε 5%; Έτσι ερµηνεύει το σχήµα αυτό της φορολόγησης πολύς κόσµος, που δεν υποχρεούται εξάλλου να παίζει στα δάχτυλα τους φορολογικούς συντελεστές. Αγνοεί, έτσι, ότι η εταιρεία που έχει βγάλει π.χ. σε ένα χρόνο 100.000 ευρώ, έχει φορολογηθεί µε 22% και έχει δώσει στο κράτος 22.000 ευρώ και µε το 5% φόρο στο µέρισµα δίνει στη συνέχεια περίπου άλλες 4.000 ευρώ, αν υποθέσουµε ότι διανέµει όλα της τα κέρδη. Έ χει επίσης πληρώσει ΕΝΦΙΑ για τα τυχόν ακίνητα που κατέχει, προκαταβολή φόρου, τέλος επιτηδεύµατος, ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές και διάφορες άλλες κρυφές και φανερές χρεώσεις. Και λειτουργεί µέσα σε ένα κράτος το οποίο θεωρητικά θέλει να της δώσει κίνητρα για να αναπτυχθεί και να διευρυνθεί και το οποίο επίσης θέλει να προσελκύσει κι άλλες εταιρείες να εγκατασταθούν εδώ.

Ας ελπίσουµε ότι οι οιωνοί για το επίπεδο του προεκλογικού πολιτικού διαλόγου θα είναι καλύτεροι από το φθινόπωρο.

Δημοσιεύτηκε στην «Απογευματινή»