Ιστορικά από την εποχή της πτώσης των αυτοκρατοριών και της αποικιοκρατίας στα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού ετίθετο ένα ερώτηµα από τους ισχυρούς «επαΐοντες» των Ανακτοβουλίων της Ευρώπης και της Ασίας. Ποια έθνη δικαιούνται κράτους; Και πώς είναι δυνατόν αυτόνοµες φυλές ενταγµένες στις δοµές και την ευταξία των αυτοκρατοριών έχουν την ωριµότητα και τον πολιτισµό να οργανώσουν κράτος ανεξάρτητο και ευθύνη για συγκεκριµένες επικράτειες, χωρίς να υπάρξει χαώδης αναρχία και τελικά παγκόσµια απορρύθµιση; Αυτά δεν ήταν επιχειρήµατα µόνον του Μέττερνιχ στα παρασκήνια ή στο προσκήνιο παγκόσµιων -για την εποχή- συνόδων κορυφής µε τη µορφή συνεδρίων, αλλά η δεσπόζουσα αντίληψη στον κόσµο και την «παλιά τάξη» που κατέρρευσε οριστικά µετά τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο, δίδοντας τη θέση της σε µια «νέα τάξη» των απελεύθερων εθνικών κρατών ή τεχνητών κρατών που η αποικιοκρατία άφησε πίσω της µε σύνορα χαραγµένα σε ευθείες γραµµές στην άµµο στην Ανατολή και την Αφρική.

Η «νέα τάξη» χρειάσθηκε έναν ακόµη Παγκόσµιο Πόλεµο µε επίκεντρο την Ευρώπη και επιχειρησιακή εµπλοκή πολύ ευρύτερη για να εµπεδωθεί και να κυριαρχήσει, µε ηγεσία των ΗΠΑ στη ∆ύση. Τα εθνικά ή απελεύθερα κράτη αλλού πέτυχαν και αλλού απέτυχαν όχι µόνον ως δηµοκρατίες αλλά ως οργανικά κράτη. Όσες προσπάθειες εθνών ή φυλών σε συνοχή απέτυχαν, οδήγησαν σε failed state, ορολογία της νέας εποχής που ορίζει µια καταγραφή της πραγµατικότητας στο τέλος του 20ού αιώνα κυριαρχικά για την κατάσταση στον Τρίτο Κόσµο σε σχέση µε τη ∆ύση και την Ανατολή πριν από το «ξεπάγωµα» της Κοµµουνιστικής Κίνας ως παγκόσµιου δρώντος.

Οι Έλληνες εξεγέρθησαν ως έθνος απέναντι στην Οθωµανική Αυτοκρατορία το 1821, σε µία ακόµη επανάσταση, που στην προκειµένη περίπτωση σε σχέση µε ατυχή προηγούµενα ανάλογα εγχειρήµατα, οδήγησε ύστερα από πολλές αναταράξεις στη συγκρότηση εθνικού ανεξάρτητου κράτους το 1830 περνώντας η επικράτεια και ο λαός στη ∆ύση από την Ανατολή, αποτελώντας ταυτόχρονα αφετηρία για µια σειρά εθνικών ή φυλετικών επαναστάσεων σε όλη τη Βαλκανική. Το πόσο δικαιούνταν και είχαν τη δυνατότητα οι Έλληνες ως εθνική οντότητα να διατηρούν κράτος είναι µια µεγάλη συζήτηση, πέραν των ορίων ενός άρθρου. Αλλά η απάντηση στον χρόνο και στον χώρο δίδεται από την ίδια την πραγµατικότητα που το εθνικό κράτος των Ελλήνων, µε τις στιγµές δόξας αλλά τις άλλες επίσης πολλές της ταπείνωσης κατέγραψε µέχρι σήµερα στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα.

Ένα από τα κριτήρια του πόσο αξιόµαχο είναι ένα εθνικό κράτος είναι η οριοθέτηση και η εξασφάλιση της ατοµικής ιδιοκτησίας εντός της επικράτειάς του. «Τα ζητήµατα της οργάνωσης του χώρου», όπως το όρισε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στον γιό του όταν τον ρώτησε ποια θεωρούσε ως προτεραιότητα στις µεταρρυθµίσεις που θα πρέπει να γίνουν για την Ελλάδα. Τη συζήτηση την αποκάλυψε ο πρωθυπουργός σε ηµερίδα που συµµετείχε για το Κτηµατολόγιο την Τρίτη. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης όχι µόνον ως πρωθυπουργός, αλλά ως παλαιός πολιτικός γνώριζε όπως και η πολιτική γενιά του, τα κρίσιµα «στοιχήµατα» ενός έθνους όταν αποκτήσει κράτος. Τα ζητήµατα τίτλων ιδιοκτησίας και χωροταξίας είναι πρωταρχικά. Για την Ελλάδα δεν είναι τυχαίο ότι τέθηκε από την πρώτη περίοδο αυτοτελούς διακυβέρνησης του Καποδίστρια, χωρίς όµως µέχρι της σηµερινής διακυβέρνησης να έχει επιτευχθεί. Ακόµη και στην ιστορικά πρόσφατη περίοδο διακυβέρνησης Σηµίτη οι Έλληνες ως έθνος απέτυχαν να αποκτήσουν Κτηµατολόγιο, έγκυρους και επίσηµα καταγεγραµµένους δηλαδή τίτλους ιδιοκτησίας στην επικράτειά τους, έχοντας σπαταλήσει µάλιστα και τα σχετικά ευρωπαϊκά κονδύλια πληρώνοντας τελικά πρόστιµα και επιβάλλοντας έκτακτη φορολογία για την αποτυχία αυτή (σχετικά «Α» φύλλο 23-6, Σπ. Κάραλης). Ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης επισήµανε στην ίδια ηµερίδα: «Το τελικό όραµα θα πρέπει να είναι ένας µεγάλος ψηφιακός χάρτης, τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και βέβαια η ψηφιακή παρακολούθηση και της οικοδοµικής δραστηριότητας στη χώρα ώστε να µπορούµε να γνωρίζουµε άµεσα τι χτίζεται και αν υπάρχει οποιαδήποτε αυθαιρεσία».

Αυτή είναι η εµπέδωση του νέου εθνικού κράτους δύο αιώνες µετά.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή