Μεταξύ προγραµµάτων και "θα"
Άρθρο γνώμης
Ανάλυση για το προεκλογικό κλίμα, τη στρατηγική κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, τις δημοσκοπήσεις και τις προκλήσεις των κομμάτων ενόψει πιθανών εκλογών
∆εν έχει κανείς αµφιβολία ότι η προεκλογική περίοδος έχει ξεκινήσει, οποτεδήποτε προκηρυχθούν, από δω και στο εξής, εκλογές. Η τακτική των κοµµάτων διαφέρει. Από τη µία έχουµε το κόµµα που κυβερνά. Πέραν της παραδοσιακής όσο και θεµιτής προεκλογικής πρόθεσης των κοµµάτων που διεκδικούν την εξουσία, που είναι να ενισχύουν, οικονοµικά κυρίως, την κοινωνία, το κυβερνών κόµµα αποβλέπει, στο διάστηµα που αποµένει µέχρι τις εκλογές, να εφαρµόσει το πρόγραµµα που έχει εξαγγείλει, ώστε να φανεί συνεπές στη δέσµευσή του έναντι της κοινωνίας.
Διαβάστε: Ο Φρόιντ στα Ελληνοτουρκικά
Στην άλλη πλευρά έχουµε τα κόµµατα της αντιπολίτευσης τα οποία, παρά τη µεγάλη δηµοσκοπική διαφορά που έχουν από το κυβερνών κόµµα, φιλοδοξούν να το διαδεχθούν στην εξουσία. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, να πιάσουν ένα ποσοστό που να τα καθιστά ρυθµιστές των πολιτικών πραγµάτων. Στον χώρο της αντιπολίτευσης, η κατάσταση ξεκαθαρίζει µε τη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης από το ΠΑΣΟΚ και από ένα κόµµα που ακόµη δεν το έχουµε καλοδεί - τουλάχιστον µέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραµµές. Το κόµµα του κ. Τσίπρα.
Η τακτική των κοµµάτων αυτών βεβαίως είναι διαφορετική από εκείνη του κυβερνώντος κόµµατος, καθώς αυτό µεν έχει χειροπιαστή πολιτική που εφαρµόζει και που µπορεί να κριθεί από τους πολίτες, ενώ τα άλλα δύο κόµµατα αναγκαστικώς κινούνται στον δρόµο της θεωρίας και των «θα», µε τα οποία µπορεί µεν να προσελκύσουν µερίδα της κοινωνίας, αλλά η επιλογή της αυτή θα έχει πάντα το ρίσκο ότι δεν θα γνωρίζει αν αυτοί που θα επιλέξει θα έχουν και την ικανότητα να πραγµατοποιήσουν αυτά τα «θα». Οπότε επιλέγουν µε δική τους ευθύνη αν θα εξαπατηθούν, δεδοµένου µάλιστα ότι το ένα κόµµα, αυτό του κ. Ανδρουλάκη, καταφεύγει σε ακραίες θέσεις και ρητορική που εύκολα µπορεί κανείς να δυσπιστήσει στην εφαρµογή των όσων λέγονται.
Το άλλο κόµµα, του κ. Τσίπρα, έχει επικεφαλής έναν αρχηγό ο οποίος έχει δώσει τέτοια κυβερνητικά δείγµατα εξαπάτησης, ώστε δικαιολογηµένα µπορεί κανείς να αµφιβάλει για την εφαρµογή των όσων λέει. Μπορεί να υπάρχει φθορά της κυβέρνησης από την επταετή διακυβέρνηση και αντίδραση για συγκεκριµένα ζητήµατα, όπως λ.χ. η ακρίβεια που αναδεικνύεται ως µείζον ανησυχητικό στοιχείο για την κοινωνία σε κάθε δηµοσκόπηση. Το ερώτηµα είναι αν θεωρεί η «κουρασµένη» κοινωνία τους άλλους δύο, τον κ. Ανδρουλάκη και τον κ. Τσίπρα, ικανούς να της λύσουν τα προβλήµατα για τα οποία ανησυχεί. Είναι ένα πραγµατικό ερώτηµα, το οποίο πάντως απαντάται αρνητικά σε όλες τις έρευνες της κοινής γνώµης, καθώς στην ερώτηση ποιον θεωρεί κατάλληλο η κοινή γνώµη για την πρωθυπουργία, αυτή απαντά τον σηµερινό πρωθυπουργό, απορρίπτοντας, και µε µεγάλη διαφορά, τους άλλους δύο.
Από την πλευρά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και αρχηγού της αξιωµατικής αντιπολίτευσης, οι ελκυστικές, κατά τα άλλα, στα αυτιά της κοινής γνώµης προτάσεις, όπως λ.χ. η εργασία των τεσσάρων ηµερών, δηµιουργούν τον προβληµατισµό στους σκεπτόµενους πολίτες, τουλάχιστον, πώς µπορεί αυτό να εφαρµοστεί και τι επιπτώσεις µία τέτοια εφαρµογή µπορεί να έχει στις επιχειρήσεις και στην οικονοµία γενικότερα. Ειδικά µάλιστα όταν η χώρα βρίσκεται σε µια πορεία ανάπτυξης, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία, που δείχνουν και αύξηση του πλούτου των Ελλήνων αλλά και αύξηση της κατανάλωσης σε πολλά επίπεδα. Εκτός αν ο κ. Ανδρουλάκης δεν αποβλέπει στους σκεπτόµενους, αλλά σε εκείνους που εύκολα µπορούν να παραπλανηθούν. Τα «θα» του ετέρου, που κυρίως είναι αντίπαλος του κ. Ανδρουλάκη, βαρύνονται, όπως προαναφέρθηκε, από ένα παρελθόν που τον καταδίκασε πολιτικά.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
Διαβάστε: Ο Φρόιντ στα Ελληνοτουρκικά
Στην άλλη πλευρά έχουµε τα κόµµατα της αντιπολίτευσης τα οποία, παρά τη µεγάλη δηµοσκοπική διαφορά που έχουν από το κυβερνών κόµµα, φιλοδοξούν να το διαδεχθούν στην εξουσία. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, να πιάσουν ένα ποσοστό που να τα καθιστά ρυθµιστές των πολιτικών πραγµάτων. Στον χώρο της αντιπολίτευσης, η κατάσταση ξεκαθαρίζει µε τη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης από το ΠΑΣΟΚ και από ένα κόµµα που ακόµη δεν το έχουµε καλοδεί - τουλάχιστον µέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραµµές. Το κόµµα του κ. Τσίπρα.
Η τακτική των κοµµάτων αυτών βεβαίως είναι διαφορετική από εκείνη του κυβερνώντος κόµµατος, καθώς αυτό µεν έχει χειροπιαστή πολιτική που εφαρµόζει και που µπορεί να κριθεί από τους πολίτες, ενώ τα άλλα δύο κόµµατα αναγκαστικώς κινούνται στον δρόµο της θεωρίας και των «θα», µε τα οποία µπορεί µεν να προσελκύσουν µερίδα της κοινωνίας, αλλά η επιλογή της αυτή θα έχει πάντα το ρίσκο ότι δεν θα γνωρίζει αν αυτοί που θα επιλέξει θα έχουν και την ικανότητα να πραγµατοποιήσουν αυτά τα «θα». Οπότε επιλέγουν µε δική τους ευθύνη αν θα εξαπατηθούν, δεδοµένου µάλιστα ότι το ένα κόµµα, αυτό του κ. Ανδρουλάκη, καταφεύγει σε ακραίες θέσεις και ρητορική που εύκολα µπορεί κανείς να δυσπιστήσει στην εφαρµογή των όσων λέγονται.
Το άλλο κόµµα, του κ. Τσίπρα, έχει επικεφαλής έναν αρχηγό ο οποίος έχει δώσει τέτοια κυβερνητικά δείγµατα εξαπάτησης, ώστε δικαιολογηµένα µπορεί κανείς να αµφιβάλει για την εφαρµογή των όσων λέει. Μπορεί να υπάρχει φθορά της κυβέρνησης από την επταετή διακυβέρνηση και αντίδραση για συγκεκριµένα ζητήµατα, όπως λ.χ. η ακρίβεια που αναδεικνύεται ως µείζον ανησυχητικό στοιχείο για την κοινωνία σε κάθε δηµοσκόπηση. Το ερώτηµα είναι αν θεωρεί η «κουρασµένη» κοινωνία τους άλλους δύο, τον κ. Ανδρουλάκη και τον κ. Τσίπρα, ικανούς να της λύσουν τα προβλήµατα για τα οποία ανησυχεί. Είναι ένα πραγµατικό ερώτηµα, το οποίο πάντως απαντάται αρνητικά σε όλες τις έρευνες της κοινής γνώµης, καθώς στην ερώτηση ποιον θεωρεί κατάλληλο η κοινή γνώµη για την πρωθυπουργία, αυτή απαντά τον σηµερινό πρωθυπουργό, απορρίπτοντας, και µε µεγάλη διαφορά, τους άλλους δύο.
Από την πλευρά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και αρχηγού της αξιωµατικής αντιπολίτευσης, οι ελκυστικές, κατά τα άλλα, στα αυτιά της κοινής γνώµης προτάσεις, όπως λ.χ. η εργασία των τεσσάρων ηµερών, δηµιουργούν τον προβληµατισµό στους σκεπτόµενους πολίτες, τουλάχιστον, πώς µπορεί αυτό να εφαρµοστεί και τι επιπτώσεις µία τέτοια εφαρµογή µπορεί να έχει στις επιχειρήσεις και στην οικονοµία γενικότερα. Ειδικά µάλιστα όταν η χώρα βρίσκεται σε µια πορεία ανάπτυξης, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία, που δείχνουν και αύξηση του πλούτου των Ελλήνων αλλά και αύξηση της κατανάλωσης σε πολλά επίπεδα. Εκτός αν ο κ. Ανδρουλάκης δεν αποβλέπει στους σκεπτόµενους, αλλά σε εκείνους που εύκολα µπορούν να παραπλανηθούν. Τα «θα» του ετέρου, που κυρίως είναι αντίπαλος του κ. Ανδρουλάκη, βαρύνονται, όπως προαναφέρθηκε, από ένα παρελθόν που τον καταδίκασε πολιτικά.
Οι τελικές επιλογές είναι του ελληνικού λαού
Οι τελικές επιλογές είναι βεβαίως του ελληνικού λαού. Ο οποίος πάντως θα έχει απέναντί του, πλην του κυβερνώντος κόµµατος, δύο κοµµατικές εκδοχές που, κατά πλειοψηφία, δεν τις εµπιστεύεται. Από την άλλη πλευρά, η Νέα ∆ηµοκρατία έχει να διεκδικήσει µια δεξαµενή ψηφοφόρων που την αποτελεί η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών. Είναι η ελληνική αστική τάξη, τµήµα της οποίας παραπλανήθηκε, σε µια στιγµή γενικής ηθικής απόγνωσης. Και το τµήµα αυτό αντελήφθη την παραπλάνησή του και γι’ αυτό έστειλε τον µεν ΣΥΡΙΖΑ στα πολιτικά τάρταρα, το δε ΠΑΣΟΚ δεν το άφησε να σηκώσει κεφάλι. Αυτό που διαπιστώνει πλέον µεγάλο τµήµα της ελληνικής κοινωνίας -και το οποίο το αποδεικνύει σειρά δηµοσκοπήσεων- είναι ότι δεν υπάρχει σοβαρή εναλλακτική λύση, που να διασφαλίζει την εφαρµογή ενός εθνικού προγράµµατος σταδιακών αλλά καίριων αλλαγών προς µια σταθερή ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, η πορεία των άλλων δύο φιλόδοξων διεκδικητών της εξουσίας είναι δύσβατη ατραπός. Για µακρά µάλιστα περίοδο.Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En