Οι συµπληγάδες που… συνθλίβουν τους σχεδιασµούς της αντιπολίτευσης
Άρθρο γνώμης
ΠΑΣΟΚ και Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει να επικεντρωθούν σε προτάσεις εξουσίας και όχι διαµαρτυρίας, αν θέλουν να νικήσουν τον Μητσοτάκη
Η διαρκής, µονόπλευρη και σχεδόν αναγκαστική επένδυση των κοµµάτων της αντιπολίτευσης στη σκανδαλολογία συνιστά -όπως δείχνουν και στο σύνολό τους οι τελευταίες µετρήσεις- βούτυρο στο ψωµί της ταλαιπωρηµένης από τις υποθέσεις αυτές αλλά και από την εσωστρέφεια του τελευταίου διαστήµατος κυβέρνηση. Βλέπετε, παρά τη δεδοµένη φθορά των εφτά χρόνων εξουσίας, της ακρίβειας, καθώς και του ΟΠΕΚΕΠΕ και των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, η Ν∆ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθούν να µην απειλούνται άµεσα από κάποια άλλη πολιτική δύναµη ή κάποιον άλλο πολιτικό αρχηγό σε δηµοσκοπικό επίπεδο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το κοµµάτι της πρωτιάς, έστω και χωρίς την απόλυτη κυριαρχία ή τις δάφνες του παρελθόντος.
Μάλιστα, η παράµετρος αυτή συνιστά -εκτός των άλλων- και µια µόνιµη παγίδα για τους κυβερνώντες, αφού η έλλειψη πειστικής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης είναι -κατά κοινή οµολογίαένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η µεταρρυθµιστική ορµή της πρώτης τετραετίας που χαρακτήριζε τη «γαλάζια» διακυβέρνηση έχει µετατραπεί σε µια διαρκή προσπάθεια για… damage control, εξαιτίας της αλαζονείας που επέδειξαν ορισµένοι, της καθυστερηµένης αντίδρασης έναντι µεγάλων προβληµάτων, και φυσικά της αδυναµίας να ελεγχθούν φαινόµενα όπως αυτά που συζητούµε σε καθηµερινή βάση στη δηµόσια σφαίρα τον τελευταίο καιρό.
Αυτή όµως είναι µια άλλη κουβέντα, την οποία και την έχουµε κάνει και θα την ξανακάνουµε µε µαθηµατική ακρίβεια. Γυρνώντας πίσω στη στρατηγική, είτε του ΠΑΣΟΚ είτε του Αλέξη Τσίπρα, αφού αυτές είναι οι δύο περιπτώσεις που διεκδικούν να παίξουν τον ρόλο της θεσµικής αντιπολίτευσης έναντι της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, θα έλεγε κανείς ότι η λογική του «ώριµου φρούτου», µε την οποία επιδιώκουν να κινηθούν διά της υπενθύµισης των σκανδαλωδών υποθέσεων που απλώνονται πάνω από το Μέγαρο Μαξίµου, θα ήταν η ενδεικτικότερη διαχείριση σε µια άλλη εποχή, όταν µοιραία θα ερχόταν κάποια στιγµή η ώρα της αξιωµατικής αντιπολίτευσης να ανέλθει στην εξουσία, σε µια αλληλουχία καταστάσεων και γεγονότων που θα παρέπεµπαν σε πολύ διαφορετικές περιόδους.
Μοναδική εξαίρεση στη Μεταπολίτευση -για να θυµούνται οι παλαιοί και να µαθαίνουν οι νεότεροι- αποτελεί ο Μιλτιάδης Έβερτ, µε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκείνης της συγκυρίας. Πλέον όµως, δεν βρισκόµαστε στον ίδιο παρονοµαστή και δεν θα µπορούσε να συµβεί διαφορετικά, αφού η Ελλάδα πέρασε στο ενδιάµεσο τη χειρότερη κρίση στη µεταπολεµική της ιστορία, η οποία άλλαξε τα πάντα και κατέστησε την κοινωνική σταθερότητα και την αναπτυξιακή προοπτική βασικά ζητούµενα. Αυτές ήταν και οι δύο αιτίες για τις οποίες ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε δύο εµφατικές εκλογικές νίκες, χωρίς µέχρι και σήµερα να έχει βρεθεί αντίπαλον δέος.
Ως εκ τούτου, αυτά είναι και τα κεντρικά σηµεία στα οποία τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει να επικεντρωθούν, προκειµένου µέσα από το πρόγραµµά τους να πείσουν ότι µπορούν να φέρουν καλύτερες µέρες σχετικά µε την καθηµερινότητα των πολιτών. Να γίνουν δηλαδή προτάσεις εξουσίας και όχι διαµαρτυρίας, «χτυπώντας» πολιτικά τον Μητσοτάκη στα µεγάλα του πλεονεκτήµατα, τα οποία -όπως λένε όλοι οι δηµοσκόποι- θα µετρήσουν καθοριστικά πριν από την κάλπη, µε φόντο τις ισορροπίες που διαµορφώνονται. Σε διαφορετική περίπτωση, η εικόνα των µετρήσεων να χάνει η Ν∆ -σε κακό γι’ αυτήν µοµέντουµ2-3 µονάδες και να τις παίρνει πίσω έπειτα από µια θετική παρέµβαση, όπως οι πρόσφατες οικονοµικές εξαγγελίες, θα µας συντροφεύει µέχρι την ώρα που θα εισέλθει η χώρα (και τυπικά) σε προεκλογική τροχιά. Αλλά µέχρι τότε, το τρένο της ανατροπής θα έχει χαθεί για πάντα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης αδυνατεί να ισχυροποιήσει τη θέση του και να σχηµατίσει δυναµική εξουσίας. Πολύ περισσότερο, αδυνατεί να πείσει τους ίδιους τους συνοδοιπόρους του ότι µπορεί να είναι εκείνος που θα οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ στα ποσοστά του παρελθόντος. Ίσως, αν επιχειρούσε να σταµατήσει να ισορροπεί µεταξύ της θεσµικής παράδοσης της Χαριλάου Τρικούπη και του άγχους να ανταγωνιστεί τον λαϊκισµό των -ουκ ολίγων πια- µετρ του είδους, να είχε διαφορετική τύχη το αµέσως επόµενο χρονικό διάστηµα.
Όσο για τον Αλέξη Τσίπρα, που από κει που είχε µπει στη διαδικασία να προσπαθεί συστηµατικά να καλλιεργήσει µια εικόνα ενός απολύτως θεσµικού πλέον πολιτικού ανδρός που έµαθε από τα λάθη του παρελθόντος, δείχνει να… τσαλαβουτάει και πάλι στα θολά νερά της ρητορικής του 2015, κάνοντας λόγο για «κακή πλουτοκρατία» και «κακές τράπεζες» που θα έπρεπε να κλείσει ο ίδιος νωρίτερα από τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2015.
Σαφής στόχος του δεν είναι η Ν∆ και ο Μητσοτάκης (αφού δεν πάει πολύς καιρός από τότε που είχε µιλήσει για πενταετούς διάρκειας ζυµώσεις που θα µπορούσαν να δηµιουργήσουν µια ισχυρή κεντροαριστερή παράταξη µε προοπτική διακυβέρνησης), αλλά η προσπάθεια να µαζέψει ό,τι µπορεί αρχικά από τα αποµεινάρια της «πρώτη φορά Αριστεράς» και ακολούθως από το πιο αριστερό κοµµάτι του ΠΑΣΟΚ. Έτσι όµως, αφενός υπενθυµίζει τις χειρότερες στιγµές της τετραετίας 2015-2019 και αφετέρου «καίει» την οποιαδήποτε πιθανότητα να αποδείξει ότι τελείωσε οριστικά και αµετάκλητα πια, βάζοντας ξεκάθαρες διαχωριστικές γραµµές, µε τις δυνάµεις του αριστερού λαϊκισµού και τους επιφανείς εκπροσώπους του.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En