Όταν, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι συµµαχικές δυνάµεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ ξεκινούσαν µε τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο -την εξολόθρευση του αγιατολάχ Χαµενεΐ και κεντρικών στελεχών του επιτελείου άµυνας και ασφάλειας του Ιράν- τις πολεµικές επιχειρήσεις που ονοµάσθηκαν τελικά Τρίτος Πόλεµος στον Κόλπο, µετά την εποχή των Μπους στις ΗΠΑ, στην Ουάσινγκτον και την Ιερουσαλήµ επικρατούσε σε επίπεδο ηγεσιών κλίµα αισιοδοξίας και βαθιάς αυτοπεποίθησης. Γράφτηκαν και ειπώθηκαν αλλεπάλληλα άρθρα και γνώµες, κατά τις οποίες στη µακρά συνάντηση εργασίας, που κράτησε, σύµφωνα µε πληροφορίες που δεν διαψεύσθηκαν, περίπου τέσσερις ώρες, µεταξύ Τραµπ και Νετανιάχου µε κεντρικούς επιτελείς τους, στον Λευκό Οίκο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έπεισε ή παραπλάνησε, όπως αναφερόταν, τον Αµερικανό πρόεδρο για την εµπλοκή των ΗΠΑ σε αυτόν τον πόλεµο. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Απλώς τα σενάρια και οι εκτιµήσεις που ανέπτυξε η ισραηλινή πλευρά µε το βάθος των υπηρεσιών πληροφοριών της και την επίµονη εργασία ετών στην επικράτεια του Ιράν, ακόµα και σε κεντρικές εγκαταστάσεις και κυβερνητικά κτίρια της Τεχεράνης, ήταν τόσο επαρκή ώστε να επιβάλλονται αξιολογικά σε ένα τραπέζι σχεδιασµού επιχειρήσεων και κρίσιµων επιλογών. Αλλωστε, στον Λευκό Οίκο και στο προεδρικό περιβάλλον των ΗΠΑ κυριαρχούσε διάθεση εκρηκτικής αυτοπεποίθησης µετά την επιτυχία της απαγωγής Μαδούρο στη Βενεζουέλα και την οµαλή ανατροπή µιας «εµπλοκής» δεκαετιών στο επονοµαζόµενο «δυτικό ηµισφαίριο».

Η νέα «αρχιτεκτονική» που οραµατίζονται για την «ενδιάµεση Ανατολή», από τη Μεσόγειο µέχρι τον Ινδικό και από την Ευρώπη µέχρι την Κεντρική Ασία, από κοινού οι ηγεσίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά και σηµαντικές ηγεσίες χωρών και κρατικών οντοτήτων που συγκροτούν µία από τις πλέον σηµαντικές και σε µόνιµη αναταραχή διαδροµές από την ευρωπαϊκή ∆ύση στην ασιατική Ανατολή, δεν θα µπορούσε να µη θεωρήσει ως κρίσιµο προαπαιτούµενο τη µετάβαση από το Ιράν σε µια νέα Περσία. Και αυτό γιατί, πέραν των γεωπολιτικών, των ενεργειακών και της διαµετακόµισης καυσίµων και προϊόντων, είτε µέσω αγωγών είτε µε εµπορικά πλοία, βασικό ζητούµενο ήταν και είναι η Τεχεράνη να µην αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Οι πληροφορίες που αρχικά είχαν διακινήσει οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών και τις οποίες βαθµηδόν επιβεβαίωσαν οι αµερικανικές είναι ότι ήδη επί εποχής Μπάιντεν στην προεδρία των ΗΠΑ το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης και, κυρίως, οι Φρουροί της Επανάστασης, που είναι και η κοµβική και στρατιωτική δοµή κυριαρχίας εντός του Ιράν, αλλά και της επεκτατικής του στρατηγικής µε µη κρατικούς δρώντες µέσω της Μεσοποταµίας, του Λιβάνου, της Γάζας και της Υεµένης, είχαν προχωρήσει τον παράνοµο, σύµφωνα µε τις υπογραφείσες Συνθήκες, απεµπλουτισµό ουρανίου σε επίπεδο άνω του 60%. Βρίσκονταν, δηλαδή, πολύ κοντά στην απόκτηση πυρηνικών όπλων.

Με δεδοµένη την αυξηµένη εµπειρία και τεχνολογία τους, µάλιστα, στους βαλλιστικούς πυραύλους, αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά, αυτό θα σηµατοδοτούσε και σηµατοδοτεί διάχυση πυρηνικών όπλων σε µία από τις πιο απρόβλεπτες και ταραχώδεις περιοχές του πλανήτη. ∆υνάµεις όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία αλλά και µη κρατικοί δρώντες, όπως η «Χεζµπολάχ», θα θεωρούσαν δικαίωµά τους την απόκτηση πυρηνικών κεφαλών. Για τον λόγο αυτόν και στις επακόλουθες σήµερα συνοµιλίες που θα εξελιχθούν για την ειρήνη το ζήτηµα της αναστολής του πυρηνικού προγράµµατος του Ιράν για µη ειρηνική χρήση θα παραµείνει από τα πλέον ανελαστικά σε συµβιβασµούς. Οπως και η διαφανής µεταφορά των εµπλουτισµένων ποσοτήτων εκτός της επικράτειας του Ιράν.

Οι ΗΠΑ, µετά την απόφαση της άµεσης εµπλοκής σε θερµές και ολιστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, συγκέντρωσαν µία από τις πλέον µαζικές, εντυπωσιακές και δαπανηρές στρατιωτικές δυνάµεις στην Ιστορία στην περιοχή. Στις 28 Φεβρουαρίου ξεκίνησαν µε τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο την εξολόθρευση της θρησκευτικής ηγεσίας και του κύριου πολεµικού επιτελείου του χαλιφάτου των σιιτών. Αυτό που υποεκτιµήθηκε στον όλο σχεδιασµό της «Eπικής οργής», όπως ονοµάσθηκε η επιχείρηση από την πλευρά των Αµερικανών, είναι ότι δεν πήγαιναν σε έναν µυθικό πόλεµο ανάλογο µε τον άθλο του Ηρακλή απέναντι στο Λιοντάρι της Νεµέας, αλλά απέναντι στη Λερναία Υδρα. Ηταν πιο σύνθετο, δηλαδή, το πεδίο. Αυτό γιατί η εξολόθρευση του ιµάµη δεν θα µπορούσε να φέρει ένα καταλυτικό αποτέλεσµα ως προς το αίσθηµα ηττοπάθειας και σύγχυσης του καθεστώτος, όπως θα συνέβαινε, για παράδειγµα, τη δεκαετία του 1980, επί Χοµεϊνί. Το καθεστώς του Ιράν εξελίχθηκε σε χαλιφάτο µε δοµές, πολυπρόσωπες εξουσίες και διαπλοκή περιφερειακών και ατοµικών συµφερόντων. Η διαφθορά, άλλωστε, είναι πεδίο εµπέδωσης ισχύος στην Ανατολή. Από τον κανόνα αυτόν δεν διαφεύγουν οι Πέρσες.

Από την πρώτη φάση του πολέµου, όταν ο πρόεδρος Τραµπ, όχι χωρίς λόγο, περιέγραφε το στρατήγηµα «τώρα εµείς βοµβαρδίζουµε και αφοπλίζουµε το καθεστώς της βίας και του αυταρχισµού και, µόλις τελειώσουµε, βγαίνει στους δρόµους ο λαός των καταπιεσµένων πολιτών και αναλαµβάνει την τύχη και τη µοίρα του κράτους», τα φιλελεύθερα διεθνικά, απολύτως επιδραστικά µίντια σε όλη τη ∆ύση, αλλά ειδικά στην Αµερική, ξεκίνησαν τον δικό τους πόλεµο. Αυτός στρεφόταν ενάντια στο ηγετικό δίδυµο του «νέου κόσµου» των εθνών Τραµπ - Νετανιάχου. Φυσικά, εξυπηρετούσε ο πόλεµος αυτός τις προτεραιότητες της Κίνας και του παγκόσµιου κινήµατος του ριζοσπαστικού Ισλάµ, αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει, αφού ο κυρίαρχος στόχος για αυτήν την άλλη «λέσχη» στην παγκόσµια ∆ύση είναι η επιστροφή στην προηγούµενη «κανονικότητα», µε την ευρωπαϊκή υπογραφή στην αρχιτεκτονική.

Η προεδρία Τραµπ κατόρθωσε να διατηρήσει τις τιµές του πετρελαίου και του αερίου στις διεθνείς αγορές πέριξ των 100 δολαρίων. Τα χρηµατιστήρια εκτός πανικού. Τα οικονοµικά οφέλη για συγκεκριµένα συµφέροντα σε θεαµατικό επίπεδο. Οι Φρουροί της Επανάστασης, από την άλλη, επέλεξαν τη στρατηγική να πλήξουν κύριες υποδοµές των αραβικών κρατών, ανεβάζοντας το κόστος του πολέµου για όλους τους δρώντες εκεί. Επιβεβαίωσαν, έτσι, τον χαρακτηρισµό ότι αποτελούν απειλή για όλη την περιοχή.

Πολύ περισσότερο έδειξαν πόσο επικίνδυνοι είναι µε την προβλεπόµενη κρίση στα Στενά του Ορµούζ. Στην πορεία, Ισραηλινοί και Αµερικανοί δεν διαφώνησαν για το δεύτερο µέτωπο που άνοιξε η Ιερουσαλήµ στον Λίβανο, αλλά για το τι Ιράν θα υπήρχε την επόµενη ηµέρα. Ενα βουνό από ερείπια, όπως η Γάζα, ή µια χώρα που θα µπορούσε, µέσω συνοµιλιών και δεσµεύσεων, να έχει δικαίωµα στον δρόµο της ανασυγκρότησης και της ευηµερίας; Το τέλος του πολέµου της «Επικής οργής», η ταυτόχρονη αναστολή της επιχείρησης «Ελευθερία» για το Ορµούζ και η µία σελίδα χαρτί µε 14 σηµεία για την ειρήνη που είναι στο τραπέζι δείχνουν ότι επικράτησε ως επιλογή της επόµενης ηµέρας το δεύτερο. Ολα τα υπόλοιπα θα κριθούν σε ένα σαλόνι στο Ισλαµαµπάντ και σε ένα γεωπολιτικό πόκερ Τραµπ - Σι στο Πεκίνο. Ολα πλην του καθεστώτος του Ορµούζ, που θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ως status quo ante στις µεγαλόπρεπες αίθουσες συνεδριάσεων του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"